Υδατάνθρακες, Γλυκόζη και Γλυκαιμικός Δείκτης

ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ : ΠΗΓΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Οι υδατάνθρακες ή σάκχαρα ή σακχαρίτες είναι ευρέως διαδεδομένοι στη φύση και είναι
σημαντικά συστατικά των τροφίμων καθώς αποτελούν πηγή ενέργειας για τον οργανισμό,
αλλά και στοιχεία δομής (άμυλο, γλυκογόνο, κυτταρίνη) και παράγοντες γεύσης.
Οι υδατάνθρακες σχηματίζονται στα φυτά με τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης και αποτελούν
αποταμιευτικό υλικό στη μορφή αμύλου, ενώ στους ζωικούς οργανισμούς αντίστοιχα στη
μορφή γλυκογόνου. Ο όρος «υδατάνθρακας» χρησιμοποιήθηκε αρχικά, επειδή οι γνωστές
τότε ενώσεις της κατηγορίας αυτής ανταποκρίνονταν στο γενικό χημικό τύπο Cx(H2O)x,
δηλαδή προέρχονται από ενυδατωμένο άνθρακα με το υδρογόνο και το
οξυγόνο να περιέχονται στην ίδια αναλογία όπως και στο νερό.

Ο όρος υδατάνθρακας διατηρείται έως σήμερα παρόλο που γνωστές ενώσεις όπως οξικό
οξύ (C2H4O2) ή το γαλακτικό οξύ (C3H6O3) υπακούουν στο γενικό τύπο των υδατανθράκων
χωρίς να έχουν τα χαρακτηριστικά τους, όσο και άλλοι γνωστοί υδατάνθρακες που δεν
ανταποκρίνονται στου τύπο αυτό. Έτσι η ονομασία ”υδατάνθρακες είναι ένας όρος για μια
ολόκληρη τάξη ενώσεων.

Οι υδατάνθρακες χωρίζονται στις ακόλουθες ομάδες:

α) Μονοσακχαρίτες ή απλά σάκχαρα τα οποία είναι τα απλούστερα μέλη των υδατανθράκων
και δεν επιδέχονται υδρόλυση (γλυκόζη, φρουκτόζη)

β) Ολιγοσακχαρίτες που αποτελούνται από μικρό αριθμό, συνήθως από δύο έως δέκα
περίπου μόρια, μονοσακχαριτών και

γ) Πολυσακχαρίτες οι οποίοι αποτελούνται από μεγάλο αριθμό μονοσακχαριτών, όπως για
παράδειγμα η αμυλόζη που περιέχει 100-2000 μονάδες του μονοσακχαρίτη γλυκόζη στο μόριό της.
Οι μεγαλομοριακές ενώσεις των πολυσακχαριτών παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις στις φυσικές
και χημικές ιδιότητές τους, σε σχέση με τους μονοσακχαρίτες από τους οποίους αποτελούνται.
Οι σπουδαιότεροι πολυσακχαρίτες στη φύση είναι το άμυλο (αποθηκευτικό υλικό των φυτών),
το γλυκογόνο (αποθηκευτικό υλικό των ζώων) και η κυτταρίνη (υποστηρικτικό υλικό και στοιχείο
δομής των φυτών).

Η ΓΛΥΚΟΖΗ ΕΙΝΑΙ ΠΗΓΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Η γλυκόζη έχει έναν κεντρικό ρόλο στον ανθρώπινο μεταβολισμό γιατί παίρνει μέρος
τόσο στην καύση όσο και στη ζύμωση, και άρα είναι πολύτιμο στοιχείο για την παραγωγή
ενέργειας. Η επιλογή των κυττάρων να χρησιμοποιήσουν γλυκόζη ή λιπίδια και κετόνες
(υποπροιόντα της καύσης των λιπιδίων στα ηπατικά κύτταρα όταν είναι χαμηλή η γλυκόζη
στο αίμα) σαν πηγή ενέργειας, εξαρτάται τόσο από την αποστολή που επιτελεί το κάθε
κύτταρο στον οργανισμό μας, όσο και από τον τύπο της διατροφής μας. Τα νευρικά και τα
εγκεφαλικά κύτταρα προτιμούν την γλυκόζη. Για να είναι αποτελεσματικά, έχουν ανάγκη μιας
κάποιας ποσότητας γλυκόζης.

Όταν ο οργανισμός παίρνει πολύ μικρή ποσότητα υδατανθράκων από την διατροφή του,
οι αποθήκες γλυκογόνου στο συκώτι και στους μυς επεμβαίνουν αμέσως για να καλύψουν
αυτή την ανάγκη. Όταν και αυτή η αποθήκη αρχίζει να αδειάζει ο μεταβολισμός επιβάλλει ένα
πρόγραμμα αποταμίευσης. Όλα τα κύτταρα που δεν έχουν άμεση ανάγκη από γλυκόζη,
ελαττώνουν την κατανάλωση και, αν είναι απαραίτητο, την σταματούν τελείως. Η γλυκόζη,
που στη δεδομένη στιγμή είναι μια σπάνια και πολύτιμη πηγή, υπάρχει μόνο για τα κύτταρα
εκείνα που την έχουν απόλυτη ανάγκη, διότι δεν ζουν χωρίς αυτήν. Και αυτά είναι κυρίως
τα νευρικά κύτταρα.

Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Στο ανθρώπινο σώμα, η γλυκόζη διαλυμένη στο αίμα και το ίδιο το αίμα μας λειτουργούν σαν
ένα τέλειο υδραυλικό σύστημα. Τα κύτταρα μπορούν να ”τραβήξουν” διάλυμα γλυκόζης δια μέσου
ειδικών αντλιών (μεταφορείς γλυκόζης).
Αυτός ο ακριβέστατος μηχανισμός επιτρέπει την συνεχή τροφοδοσία των κυττάρων με υψηλή
προτεραιότητα ακόμη και όταν είναι χαμηλά τα επίπεδα της γλυκόζης, ενώ τα κύτταρα με χαμηλή
προτεραιότητα αναγκάζονται να περάσουν σε δευτερεύουσες πηγές ενέργειας, όπως είναι τα λιπίδια
και οι κετόνες.

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ  ΣΟΦΙΑ

Για να τροφοδοτεί κανονικά τα κύτταρα με αυτή την μεγάλης σημασίας για τη ζωή μας ουσία,
ο οργανισμός διανέμει την γλυκόζη δια μέσου της κυκλοφορίας του αίματος. Το σώμα μας είναι
άρτια εξοπλισμένο να αντιμετωπίσει καταστάσεις έλλειψης γλυκόζης, για παράδειγμα όταν πεινάμε
σημαίνει ότι έχουμε ανάγκη γλυκόζης, αλλά δεν είναι καθόλου έτοιμο για καταστάσεις αντίθετες,
που συμβαίνουν όταν τρώμε υπερβολικά.

Είναι επικίνδυνο για τα κύτταρα όταν τα επίπεδα γλυκόζης είναι πολύ υψηλά και μάλιστα όταν
αυτό γίνεται απότομα, όπως μετά το γεύμα, και αναγκάζεται ο οργανισμός μας να ελευθερώσει
υψηλές ποσότητες ινσουλίνης. Αυτή η ορμόνη βοηθά στη μεταφορά της γλυκόζης από το αίμα στα
κύτταρα, και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα. Αν όμως τα κύτταρα είναι ήδη κορεσμένα από γλυκόζη,
έχουν μεγάλο πρόβλημα γιατί οι υψηλές ποσότητες της γλυκόζης βλάπτουν τη λεπτή δομή των κυττάρων.
Οπότε τώρα τα κύτταρα ψάχνουν να βρουν έναν άλλο τρόπο να χρησιμοποιήσουν την γλυκόζη, και την
μετατρέπουν σε λίπος, μια άλλη μορφή αποθήκευσης ενέργειας σίγουρη και παθητική. Τα υψηλά επίπεδα
γλυκόζης και η ακόλουθη έκκριση ινσουλίνης με αποτέλεσμα την δημιουργία λίπους είναι η αιτία που
σήμερα η ινσουλίνη εκτιμάται ως ορμόνη της παχυσαρκίας.

Η γλυκόζη λοιπόν αφ’ ενός χαρίζει ενέργεια και είναι η ουσία βάση για την σύνθεση μιας μεγάλης
σειράς ουσιών, και αφ’ετέρου τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα προκαλούν αντιδράσεις που
προξενούν κυτταρικές βλάβες και σοβαρές νόσους.

Αρκετοί ιστοί και κύτταρα είναι εκτεθειμένα σε κινδύνους που σχετίζονται με την υψηλή
συγκέντρωση γλυκόζης στο αίμα. Πρόκειται για εκείνους τους ιστούς που σε περίπτωση
ανάγκης είναι οι πρώτοι που θα πάρουν γλυκόζη, και βεβαίως στην περίπτωση των υψηλών
επιπέδων σακχάρου είναι αυτοί που δέχονται την μεγαλύτερη ποσότητα. Ο αμφιβληστροειδής,
οι νευρώνες και τα κύτταρα του ενδοθηλίου είναι τα πρώτα θύματα μιας γλυκαιμίας που παραμένει
σε υψηλά επίπεδα για πολλή ώρα. Αν η συγκέντρωση του σακχάρου στο αίμα είναι συνεχώς υψηλή,
θα εμφανιστούν χρόνιες βλάβες εξ αιτίας του διαβήτη, όπως αμφιβληστροπάθεια, νεφροπάθεια και
βλάβες στα αγγεία. Σε χειρότερες περιπτώσεις, φθάνουμε σε τύφλωση, νευρολογικές βλάβες,
ακρωτηριασμούς των ποδιών, καρδιαγγειακά νοσήματα και νεοπλασματικές νόσους, αφού η γλυκόζη
είναι μιας πρώτης τάξεως τροφή και για τα καρκινικά κύτταρα.

Η γλυκόζη προσφέρει μια διπλή δυνατότητα απελευθέρωσης ενέργειας, είτε μέσω της καύσης,
είτε μέσω της ζύμωσης. Έτσι στον οργανισμό μας έχουμε κύτταρα και ιστούς που αντλούν την
ενέργεια που χρειάζονται με τα λιπαρά και τις κετόνες. Αυτό υπαγορεύεται από το γεγονός ότι
ο οργανισμός δεν έχει την δυνατότητα αποθήκευσης μεγάλων ποσοτήτων γλυκόζης. Η αποθήκη
της γλυκόζης (γλυκογόνο) στον άνθρωπο διαρκεί μόλις μία με δύο ημέρες ακόμη και σε περιπτώσεις
ακινησίας. Σε υψηλές επιδόσεις αθλητικού τύπου, η αποθήκη μας αδειάζει σε περίπου 30 λεπτά.

Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΛΙΠΙΔΙΩΝ σαν ΑΠΟΘΗΚΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Όταν τελειώσουν τα αποθέματα γλυκογόνου, ο μοναδικός τρόπος να παραχθεί ενέργεια είναι η
καύση των λιπιδίων. Στην αποδόμηση των αποθηκών λίπους ελευθερώνονται κυρίως λιπαρά οξέα.
Μόνο ένα μικρό μέρος των λιπιδίων, περίπου το 1/16 δημιουργεί γλυκερόλη η οποία με τη σειρά της
μετατρέπεται σε γλυκόζη. Τα λιπαρά οξέα αντιθέτως, διατίθενται από τον οργανισμό για την καύση ή
για τον σχηματισμό κετονικών ουσιών (ακετοξικό, ακετόνη και β-υδροξυβουτυρικό). Τα τελευταία
χρησιμοποιούνται και σαν πηγή ενέργειας για τον εγκέφαλο και τους καρδιακούς μύες. Σε περίπτωση
ένδειας γλυκόζης, ο εγκέφαλος μπορεί να ενεργοποιήσει ένα πρόγραμμα αποταμίευσης ενέργειας
που καλύπτει μόνο την βασική ανάγκη με γλυκόζη, ενώ όλο το υπόλοιπο έρχεται από τις κετονικές ενώσεις.

Ο ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΩΝ

H AYTAΠΑΤΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ

Στα χρόνια των πανεπιστημιακών σπουδών στη Βologna, ένα εξαιρετικό όσο και δύσκολο Πανεπιστήμιο
καθώς θέλει να τιμά το όνομά του σαν το αρχαιότερο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης, ακούσαμε κάποιον
Άγγλο καθηγητή Φυσικής Αγωγής σε σεμινάριο να λέει ” η ζάχαρη κάνει κακό και μειώνει τις επιδόσεις”. Κοιταχτήκαμε έχοντας μείνει εμβρόντητοι! Μα πώς, η ζάχαρη κάνει κακό; Μα η ζάχαρη δίνει ενέργεια,
ο εγκέφαλος ”καίει γλυκόζη”, καθώς και οι μύες, πώς το ισχυρίζεται αυτό; Πρέπει νάναι τρελλός!”
Εμείς οι φοιτητές δεν καταλαβαίναμε. Όχι αμέσως, αλλά με τον καιρό καταλάβαμε…!

Την ενέργεια και την ζωτικότητα δεν τις παρέχει η ζάχαρη, η σακχαρόζη, αυτή η λευκή ή και σκούρα
ραφινάτη και κρυσταλλική σκόνη που έχουμε στην κουζίνα μας και που την χρησιμοποιούμε ως γλυκαντική
ουσία στον καφέ ή το τσάι μας. Την ενέργεια που χρειάζεται ο άνθρωπος του την δίνουν τα σάκχαρα, και όχι
η ζάχαρη. Τα σάκχαρα λοιπόν ή οι υδατάνθρακες από τους οποίους, απλοί ή σύνθετοι κι αν είναι, αποτελούνται
όλα τα φυτά και ειδικά τα φρούτα, τα λαχανικά, τα δημητριακά και τα όσπρια. Και αυτά τα σάκχαρα αν τα χρησιμοποιούμε με σύνεση κάνουν καλό. Αλλά οπωσδήποτε δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε πως αφού τα
σάκχαρα κάνουν καλό, τότε και η ζάχαρη κάνει καλό!

ΓΙΑΤΙ Η ΖΑΧΑΡΗ ΚΑΝΕΙ ΚΑΚΟ;

Το τελικό προιόν της πέψης των υδατανθράκων ξεκινώντας από το άμυλο, είναι η γλυκόζη,
ένα σάκχαρο απλό που ανήκει χημικά στις εξόζες (έξι άτομα άνθρακα). Αλλά αυτό το απλό
σάκχαρο είναι καλό όταν το παράγει ο ίδιος ο οργανισμός, σταδιακά, ξεκινώντας από το άμυλο
(σάκχαρο σύνθετο). Η φρουκτόζη, ένα άλλο σάκχαρο απλό, βρίσκεται στα φρούτα και στα λαχανικά.
Τι συμβαίνει αν αντίθετα καταναλώνουμε τη ραφιναρισμένη ζάχαρη; Συμβαίνει ότι έρχονται προβλήματα!

Κάποιος εδώ μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν υπάρχει διαφορά αφού τόσο η ζάχαρη όσο
και τα φυσικά σύνθετα σάκχαρα όπως το άμυλο, στο τέλος της πεπτικής διαδικασίας
θα δώσουν γκυκόζη. Αυτό είναι αληθές μόνον αν θεωρήσουμε την πέψη σαν ένα ”in vitro”
γεγονός , ή ένα εργαστηριακό πείραμα όπου σημασία έχουν μόνο οι παραγόμενες θερμίδες.
Αν αναφερθούμε αντίθετα στους ΄΄in vivo” μηχανισμούς και παρατηρήσουμε τα ποιοτικά
χαρακτηριστικά της διατροφής μας θα καταλάβουμε καταναλώνοντας τη ραφιναρισμένη ζάχαρη,
ότι η απορρόφησή της στο λεπτό έντερο γίνεται υπερβολικά γρήγορα. Ο οργανισμός δεν ανέχεται
απότομες αυξομειώσεις των επιπέδων γλυκόζης (γλυκαιμία).
Αν αυτή πέσει στα 60 mg/dl, το νευρικό και το ορμονολογικό σύστημα αντιδρούν για να εμποδίσουν
αλλοιώσεις και κυτταρικές βλάβες που θα οδηγούσαν σε σπασμούς, υπογλυκαιμικό κώμα και θάνατο.
Αν η γλυκαιμία αντιθέτως φτάσει στα 600 mg/dl, υπάρχει ο κίνδυνος θανάτου από υπεργλυκαιμικό κώμα.
Ο οργανισμός τότε θέτει σε λειτουργία μηχανισμούς για να προλάβει τους κινδύνους . Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα;

Το πάγκρεας παρεμβαίνει κάνοντας ένα παράξενο έργο. Στο κέντρο αυτού του αδένα, τα νησίδια του
Langerhans ρυθμίζουν την γλυκαιμία στο αίμα μέσω της παραγωγής ινσουλίνης και γλυκογόνου, δύο
ορμονών με συνεργητικές λειτουργίες. Το γλυκογόνο είναι η ορμόνη που αυξάνει την γλυκαιμία, ενώ
η ινσουλίνη την μειώνει με 3 διαφορετικούς μηχανισμούς :

* Αποθήκευση της γλυκόζης στους μυς για την κινητική δραστηριότητα μέχρι πλήρωσης
* Αποθήκευση της περίσσειας της γλυκόζης στο συκώτι με τη μορφή γλυκογόνου
* Μετασχηματισμός των μορίων της γλυκόζης σε λίπος.

Αν η αύξηση της γλυκαιμίας είναι αργή, η παγκρεατική απάντηση θα είναι περιορισμέμη και οι
διάφοροι μηχανισμοί θα μπουν σε λειτουργία βαθμιαία. Αν αντίθετα η αύξηση της γλυκαιμίας
είναι γρήγορη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ραφιναρισμένης ζάχαρης και κάποιων άλλων
τροφών με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη, η απάντηση από το πάγκρεας θα είναι δραστικά άμεση, με
απότομη αύξηση της ινσουλίνης που αναγκαστικά παρέχει το πάγκρεας στο αίμα με εκρηκτικό και
βίαιο θα έλεγα τρόπο. Οι επιδράσεις αυτού του γεγονότος θα είναι μια απότομη μείωση των επιπέδων
γλυκόζης στο αίμα με συνακόλουθο κίνδυνο την υπογλυκαιμία, που θα επιφέρει με τη σειρά της την
ανάγκη στον οργανισμό να επιστρατεύσει τις αποθήκες σακχάρων(γλυκογόνου). Έτσι ανοίγει ένας
φαύλος κύκλος όπου ο άνθρωπος αισθάνεται πάντα κουρασμένος, με αποτέλεσμα την παχυσαρκία και
τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου II. Αν αυτό το άτομο σταματήσει να τρώει γλυκά για 2 εβδομάδες, θα
αισθανθεί αμέσως μια αύξηση της ενέργειας και μια μεγάλη ανακούφιση στον οργανισμό του.

Να σημειώσουμε εδώ ότι από τα απλά σάκχαρα (κυρίως γλυκόζη και φρουκτόζη), η φρουκτόζη
έχει πιο αργή απορρόφηση, άρα είναι καλύτερη, με τον όρο να την παίρνουμε από τα φρούτα
απευθείας και όχι εκείνη που έχει υποστεί χημική επεξεργασία.

Tέλος η ζάχαρη που αγοράζουμε για το σπίτι είναι ένα ραφιναρισμένο γλυκαντικό που
έρχεται από την επεξεργασία των σακχαρότευτλων ή του ζαχαροκάλαμου. Το όνομα
της ζάχαρης είναι σακχαρόζη και είναι ένα σάκχαρο φυτικής προέλευσης που έχει πλέον
γίνει τεχνητό, δηλαδή βιομηχανικά επεξεργασμένο. Εξάλλου, η σακχαρόζη είναι ένας
δισακχαρίτης (αποτελείται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα φρουκτόζης), που ύπάρχει
σε κάποια φυτά και φρούτα μα οπωσδήποτε δεν συντίθεται σε καμμιά περίπτωση στην
διαδικασία της πέψης. Πράγματι, όταν τρώμε υδατάνθρακες θα φθάσουμε στην γλυκόζη
δια μέσου όλων των ουσιών που σχίζονται από το άμυλο (δεξτρόζη, μαλτόζη). Η σακχαρόζη
δεν σχηματίζεται ποτέ, αλλά αν εισαχθεί στον οργανισμό θα σπάσει σε γλυκόζη και φρουκτόζη
εξ αιτίας του ενζύμου σακχαράση.

Μια ελλειπής ποσότητα όμως αυτού του ενζύμου στο ύψος του δωδεκαδακτύλου και του
πρώτου τμήματος του ειλεού, πράγμα πολύ συχνό στον άνθρωπo, θα αφήσει να περάσει αρκετή
ποσότητα σακχαρόζης άσχιστης το λεπτό έντερο, δίνοντας φαινόμενα ζύμωσης και αδιαθεσίας
του οργανισμού. Αυτή η κατάσταση μπορεί να ονομαστεί δυσανεξία στη ζάχαρη και γενικά δεν
αναγνωρίζεται το γεγονός ότι χρήζει θεραπείας, κυρίως γιατί λίγοι διατροφολόγοι τολμούν να
απαγορεύσουν απολύτως στους ασθενείς τους να τρώνε γλυκά που περιέχουν ζάχαρη. Ένας
διατροφολόγος όμως VegAnic θα τολμούσε να το κάνει γιατί αυτός είναι βαθύς γνώστης των
μεταβολικών και ψυχολογικών επιπτώσεων από την κατάχρηση της ζάχαρης, και ταυτόχρονα
θα προτείνει εναλλακτικές καλύτερες ως γλυκαντικά.

Ανάλογη είναι και η δυσανεξία στο γάλα, την ώρα που σχεδόν όλοι μας έχουμε μειωμένα
επίπεδα λακτάσης, που θα σχίσει την λακτόζη (σάκχαρο του γάλακτος), σε γαλακτόζη και γλυκόζη.
Έτσι η λακτόζη θα φθάσει στο κώλον για να μεταβολισθεί από την ενερική χλωρίδα η οποία,
μη όντας εξοπλισμένη γι αυτό, θα παράξει αέρια και τοξικούς μεταβολίτες που θα ερεθίσουν
τον βλεννογόνο του εντέρου αυξάνοντας την κινητικότητα και προκαλώντας έτσι διάρροια και
κοιλόπονους, καθώς και άλλες δυσμενείς καταστάσεις.***

***Διαβάστε το άρθρο ΄΄Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ” στο site www.ganopharm.com

Επιστρέφοντας στην ζάχαρη, κάποιοι ερευνητές προωθούν την θεωρία ότι η ραφιναρισμένη
ζάχαρη, μη διαθέτοντας απολύτως καμία βιταμίνη και κανένα ιχνοστοιχείο, μειώνει ή
εξουδετερώνει πλήρως τις βιταμίνες της ομάδας Β που είναι απαραίτητες για πολλές λειτουργίες
και ιδαίτερα για το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, όπου ο ρόλος τους στην καταπολέμηση του στρες
που απειλεί τα εγκεφαλικά κύτταρα είναι πολύ σημαντικός. Αυτή η θεωρία είναι κατά την άποψή
μου σωστή, και μας κάνει να σκεπτόμαστε ότι ένα νευρικό σύστημα στρεσσαρισμένο, σε
υπερδιέγερση και ασταθές, μπορεί ίσως να οδηγήσει πολλά άτομα της κοινωνίας μας σε
συμπεριφορές βίαιες, και να έχουμε φαινόμενα έκρηξης βίας. Μήπως αυτό δεν συμβαίνει σήμερα;
Μήπως θα έπρεπε να αρχίσουμε να υπολογίζουμε , με έρευνες και στατιστικά στοιχεία, την
ενδεχόμενη κοινωνική ζημία που ίσως επιφέρει η αλόγιστη χρήση αυτού του λευκού δηλητήριου;

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΓΛΥΚΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ

Τα σάκχαρα αποτελούν την κύρια πηγή ενέργειας για όλον τον οργανισμό, και η γλυκόζη
είναι το μοναδικό ενεργητικό υπόστρωμα που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος. Ο εγκέφαλος όμως,
σε διαφορά με τους μύς, δεν έχει την ικανότητα να αποθηκεύει γλυκόζη, άρα η λειτουργία του
εξαρτάται από την συνεχή και αδιάλειπτη διαθεσιμότητα σακχάρων στο αίμα, έλλειψη των
οποίων προκαλεί στα εγκεφαλικά κύτταρα τον θάνατο σε λίγα λεπτά. Έτσι ο οργανισμός
διαθέτει για τον μεταβολισμό των υδατανθράκων μια σειρά αδένων, ενδοκρινών και εξωκρινών,
όπως οι σιελογόνοι αδένες, το πάγκρεας, το ήπαρ και ο θυρεοειδής
.
Οι υδατάνθρακες που τρώμε και το άμυλο που περιέχουν έρχονται σε μια πρώτη επαφή
με την αμυλάση του σάλιου μας η οποία συνεχίζει την δράση της στο στομάχι μας. Όταν μια
μπουκιά τροφής περνάει από το στομάχι στο δωδεκαδάκτυλο, το πάγκρεας εκκρίνει
παγκρεατική αμυλάση για να τελειοποιηθεί η πέψη και να μετατρέψει τους σύνθετους
υδατάνθρακες (άμυλο), σε απλά σάκχαρα που μπορούν να απορροφηθούν στο λεπτό έντερο.
Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να μιλήσουμε για τον γλυκαιμικό δείκτη!

Ο γλυκαιμικός δείκτης είναι ένας αριθμός που αντιπροσωπεύει την ταχύτητα με την οποία
αυξάνεται η γλυκαιμία μετά την λήψη μιας συγκεκριμένης τροφής, σε σύγκριση με την ταχύτητα
αύξησης της γλυκαιμίας από μια τροφή αναφοράς, όπως είναι η γλυκόζη, στην οποία δίνουμε
συμβατικά τον αριθμό 100. Όσο πιο ψηλός είναι αυτός ο αριθμός, τόσο είναι μεγαλύτερη η ταχύτητα
με την οποία αυξάνεται η γλυκαιμία.

Είναι καλό να προτιμάμε τροφές με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη (χαμηλότερο του 60), γιατί
όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα αύξησης της γλυκαιμίας (γρήγορη μεταφορά των σακχάρων
από το λεπτό έντερο στο αίμα), τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι δυσκολίες για το πάγκρεας να
ρυθμίσει την έκκριση ινσουλίνης, και πιο μεγάλα θα είναι τα προβλήματα ελέγχου του σωματικού
βάρους, της χοληστερόλης, του ενεργητικού ισοζυγίου και γενικά της καλής κατάστασης του οργανισμού.

Οι υδατάνθρακες που έχουν χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη (κάτω του 60), είναι φρούτα και λαχανικά
με μερικές εξαιρέσεις (όπως καρότα, πατάτες, κολοκύθα, καρπούζι, πεπόνι, σταφύλια). Επίσης
χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη έχουν και τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα όσπρια και τα ελαιώδη
αποξηραμένα φρούτα. Οι υδατάνθρακες με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη είναι τα ζαχαρώδη γλυκά
και αναψυκτικά, το λευκό ψωμί, τα λευκά ζυμαρικά, και το αποφλοιωμένο ρύζι.

Φυσικά, δεν μπορούμε να μιλάμε για γλυκαιμικό δείκτη χωρίς να λαμβάνουμε υπ’όψιν το
γλυκαιμικό φορτίο, ή αλλιώς την ποσότητα των υδατανθράκων που καταναλώνουμε ολόκληρη
την ημέρα. Είναι βέβαιο πως υπερβάλλοντας με το φαγητό, έστω και αν τρώμε υδατάνθρακες
χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, τα προβλήματα αύξησης του σωματικού βάρους και άλλων
παραγόντων κινδύνου για την υγεία μας παραμένουν. Μα είναι εξίσου βέβαιο πως είναι πιο
εύκολο να χάσουμε τον έλεγχο αν βασίσουμε την διατροφή μας σε τροφές υψηλού γλυκαιμικού
δείκτη, οι οποίες μας θρέφουν χειρότερα και μας χορταίνουν πολύ λιγότερο.

Αν τα σάκχαρα που τρώμε είναι στην πλειοψηφία τους δημητριακά, όσπρια και λαχανικά,
η διαδικασία της απορρόφησης των υδατανθράκων θα είναι πιο αργή και άρα ο γλυκαιμικός
δείκτης χαμηλότερος.

Τώρα, να μιλάμε για τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (σακχάρων), που είναι η πρωταρχική
πηγή ενέργειας, χωρίς να αγγίζουμε το θέμα της σωματικής άσκησης που είναι που είναι η
πρωταρχική πηγή κατανάλωσης αυτής της ενέργειας, θα ήτανε άτοπο και παραπλανητικό, γιατί
τα δύο αυτά πράγματα είναι απολύτως συνδεδεμένα.

Όσο περισσότερο κάνει ο καθένας μας καθιστική ζωή, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες
του οργανισμού να αναπτύξει μορφές αντίστασης στην δράση της ινσουλίνης με αποτέλεσμα
την παχυσαρκία και την ανάπυξη δυσλιπιδαιμιών και διαφόρων ασθενειών. Πράγματι, η καθιστική ζωή κάνει
το συκώτι και τους μυς του ανθρώπου ανυπάκουους στην ινσουλίνη και τους υποχρεώνει να
στείλουν την γλυκόζη στα κύτταρα. Είναι σαν να λένε οι μύες ”σε τι μας χρησιμεύει η γλυκόζη
αφού δεν μπορούμε να τη ξοδέψουμε διότι δεν κουνιόμαστε;”.

Η ινσουλίνη, μπροστά σε αυτή τη ”στάση ανυπακοής” δεν έχει άλλη λύση από το να
μετατρέψει την γλυκόζη σε λίπος για να εμποδίσει την γλυκαιμία να παραμείνει υψηλή,
πράγμα που αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τον οργανισμό μας. Η σωματική άσκηση
είναι λοιπόν το πιο αποτελεσματικό μέσο για να πολεμήσουμε την αντίσταση στην ινσουλίνη,
και να διατηρήσουμε το μυικό μας σύστημα ικανό να δέχεται και να ξοδεύει την γλυκόζη.
Δηλαδή είναι η σωματική άσκηση, με μέτρο, εκείνη που επιφέρει την αρμονική συμβίωση
μεταξύ του μυοσκελετικού και του ορμονολογικού συστήματος και έτσι αποφεύγουμε σοβαρά
προβλήματα υγείας.

Dr.Tsiolis Gerasimos
PhD. Biochemistry, University of Bologna
Author of the book ”GANODERMA THE MIRACULOUS”